Translate

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

Συγνώμη κυρία...ποια είστε;

     Όλως τυχαίως, την προηγούμενη εβδομάδα είχα μια συζήτηση με τη μητέρα μου περί πλαστικών επεμβάσεων και το τελικό συμπέρασμα ήταν ότι όταν δε νιώθεις καλά με κάτι δεν είναι κακό να το φτιάξεις, αρκεί να μη γίνεις το αντίθετο. Ένα κινούμενο έκτρωμα. Βεβαίως και γνωρίζω ανθρώπους που έφτιαξαν τη μύτη ή τα αυτιά τους που ήταν λίγο πιο 'πεταχτά', όπως λέμε, (και πραγματικά άλλαξε θεαματικά η ψυχολογία τους προς το καλύτερο), τι γίνεται όμως στην περίπτωση που αλλάζει εντελώς ένα  πρόσωπο και εν συνεχεία παύει να υφίσταται η μοναδική προσωπικότητα του ατόμου; Γιατί σαφέστατα ο καθείς πράττει κατά συνείδηση και με τρόπο που ικανοποιεί πρωτίστως τον εαυτό του αλλά το 'παν μέτρον άριστον' είναι η καλύτερη τακτική για την αποφυγή μιας επερχόμενης θλιβερής εικόνας.
    Πιστεύω ακράδαντα ότι το έξω είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το έσω κι όταν ένα από τα δύο δεν είναι στα καλύτερά του, αυτομάτως επηρεάζεται και το άλλο. Στις μέρες μας  ιδίως, το νυστέρι καιροφυλακτεί παντού. Ανοίγεις ένα περιοδικό; 'Φτιάξτε τα χείλη σας'. Ανάβεις μια τηλεόραση; 'Φτιάξτε τα μπράτσα σας (χμ, και όχι μόνο). Περπατάς στο δρόμο, να και η διαφήμιση με το άψογο κορμί που σου βάζει ιδέες  για να ξανασκεφτείς την πρόταση α) και β). Ιδέες, ιδέες, ιδέες παντού.
    Βεβαίως και η πλαστική χειρουργική είναι ένας πολύ σπουδαίος κλάδος της χειρουργικής κι έχει βοηθήσει χιλιάδες ανθρώπων που υπέστησαν ατυχήματα διαφόρων ειδών να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους με ένα νέο 'μπουστάρισμα', γιατί όπως προανέφερα το μέσα με το έξω είναι αλληλένδετα.
     Όταν όμως γίνεται για την πλάκα, κατά πόσο αξίζει τον κόπο; Ναι, θεωρώ ότι είναι για την πλάκα τα φουσκωμένα χείλη. Χείλη που δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδια, δε θα χαμογελάσουν ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο γιατί γίνονται υπερφυσικά πληθωρικά και εξόφθαλμα ψεύτικα. Κατά πόσο, λοιπόν, το ψεύτικο έχει αρχίσει να γεμίζει τη ματαιόδοξα κενή ζωή ανδρών και γυναικών του σήμερα;
      Οι μόνιμες απορίες μου όταν βλέπω το πριν και το μετά είναι πάντα οι ίδιες; "Τώρα το αποτέλεσμα αυτό τον/την έκανε χαρούμενη;- Αυτό ήταν το πρόσωπο που ήθελε να αντικρίζει κάθε πρωί μόλις ξυπνάει;- Δηλαδή η επέμβαση πέτυχε;- Συγγνώμη, αλλά καλύτερος/η ήταν πριν". Και κάπως έτσι δυσκολεύομαι να πεισθώ ότι πετάνε στα σύννεφα με τη νεοαποκτηθείσα τους όψη. Πριν χρόνια είχαμε μια συζήτηση με θέμα την προσωπικότητα, με τον Βέλγο καθηγητή μας στο Πανεπιστήμιο, όπου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είχε παλαιότερα μια μαθήτρια που ένιωθε άσχημα με τη μύτη της. Ήταν σκοπός κι όνειρο ζωής να τη φτιάξει όπερ και εγένετο. Επειδή όμως ήταν κομμάτι της προσωπικότητάς της, ξαφνικά όχι μόνο φάνηκε σαν να άλλαξε όλο το πρόσωπό της, αλλά ο περίγυρός της που την γνώριζε από πάντα, δεν την αναγνώριζε σαν τον ίδιο άνθρωπο. Πολλές φορές ένιωθε ότι ήταν καλύτερα με το πριν κι αν μπορούσε να γυρίσει το χρόνο πίσω δε θα το επιχειρούσε με τίποτα. Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα. Δεν υπάρχει γυρισμός.  
       Ακόμα δεν έχω εντοπίσει κάποιον πλαστικό χειρούργο που να έχει κάνει πλαστική στον εαυτό του. Και τις ρυτιδούλες  τους τις κρατάνε και τη χαλάρωσή τους την κρατάνε άντε μέχρι έναν καθαρισμό να φτάσουν. Σε ένα TV show που έτυχε να παρακολουθήσω στην Αμερική με γιατρούς του Beverly Hills, οι πλαστικοί χειρούργοι ήταν φυσιολογικοί άνθρωποι που,-ω, ναι- μπορούσαν να κινούν όλους τους μύες του προσώπου.
       Δε μπαίνω καν στη διαδικασία να σχολιάσω τις περιπτώσεις ανθρώπων που θέλουν να μοιάζουν με πλαστικές κούκλες (λέγε με Barbie και Ken) ή στο αγαπημένο τους ίνδαλμα διότι έχει να κάνει με τις δαιδαλώδεις πτυχές μη ισορροπημένων ατόμων με διαταραγμένες προσωπικότητες (γιατί δεν μπορεί να είσαι σε καλή ψυχική και διανοητική κατάσταση και να υποβάλλεις εαυτόν σε τέτοια άνευ λόγου και αιτίας βασανιστήρια), οπότε αυτό είναι θέμα της Ψυχιατρικής- Ψυχαναλυτικής Επιστήμης και κανενός άλλου. Αυτοί οι άνθρωποι εκπέμπουν βαθιά θλίψη και χρειάζονται λίγο από τον οίκτο μας.
       Τέλος, άπαξ και κάνει κάποιος την 'πατάτα' κι αποκολλήσει μια φορά την εξωτερική στοιβάδα της επιδερμίδας του κι επειδή δεν μπορεί να ξανακολλήσει με φυσικό τρόπο, δυστυχώς θα μπει σε έναν κυκεώνα εξάμηνων retouche. Επειδή 'φρικάρω' με κάτι τέτοια και αποδεδειγμένα δεν τα πάω καθόλου καλά με τα χειρουργεία....τώρα που το σκέφτομαι.... ε, όχι ευχαριστώ! Δε θα πάρω!!!!!! Καλό είναι να αγαπάμε αυτό που είμαστε για αυτό ακριβώς που είμαστε. Όσο  για τις διαφημίσεις και τα περιοδικά; Να είναι καλά το photoshop!!!!!! Άψογη εμφάνιση με ένα click!! 

Αποτέλεσμα εικόνας για plastic surgery

Gabrielle - Walk On By



     Να και το τραγούδι της ημέρας (δεν έχει σημασία αν μεσημεριάσαμε, είχα δουλειές να κάνω). Ένα τραγούδι που έχει υποστεί πάρα πολλές εκτελέσεις και αυτή είναι από τις αγαπημένες μου. Φυσικά είναι τραγούδι της Dionne Warwick (ξαδέρφη της Whitney Houston) και ηχογραφήθηκε το 1963 (κυκλοφόρησε όμως τον Απρίλιο του 1964). It's just that sometimes we shouldn't walk on by!

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Αιολική Γη

   Ένα βιβλίο που αναμφισβήτητα με έχει σημαδέψει είναι η 'Αιολική Γη' του Ηλία Βενέζη. Το διάβασα όταν πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου και είχα ταυτιστεί τόσο πολύ με τη μικρή Αρτεμούλα, που η ανάγνωση γινόταν με βήματα χελώνας για να μην τελειώσει ο παραμυθένιος κόσμος στον οποίο βυθιζόμουν. Η στενοχώρια μου ήταν τόσο μεγάλη, μόλις τελικά το τελείωσα, που συνειδητοποίησα ότι όντως μπορεί να νιώσεις βαθιά θλίψη με το πέρας ενός αναγνώσματος.
   Για να αναχαιτίσω τον καημό μου, άρχισα να το ξαναδιαβάζω οπότε αυτό με κάλμαρε λιγάκι.Αμέσως μετά η μητέρα μου, μου πρότεινε να διαβάσω τη 'Γαλήνη' αλλά μπορώ να πω ότι με στενοχώρησε για την ηλικία μου και σίγουρα δεν ένιωσα ότι ένιωσα με το πρώτο.
   Εκ των υστέρων έμαθα ότι πρόκειται για μια άτυπη τριλογία και η 'Αιολική Γη' είναι το πρώτο μέρος (αν και αλλού καταγράφεται σαν μεσαίο ή τελευταίο ,αλλά η εκδοχή του πριν , κατά τη διάρκεια και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή μου φαίνεται πιο λογική και σωστή) οπότε κάπως αργά κατάλαβα ότι το είχα πάρει λίγο ανάποδα το πράγμα (αλλά πολύ λίγο), αν και δεν με εμπόδισε σε τίποτα να τα απολαύσω όλα εξίσου . Το μεσαίο είναι 'Το νούμερο 31328' που είναι και η αυτοβιογραφία του από τα τάγματα εργασίας στα οποία στάλθηκε μετά την αιχμαλωσία του στη Μ. Ασία το 1922 και εκδόθηκε το 1931(αν και ήδη πρωτοεκδόθηκε το 1924 σε συνέχειες στην εφημερίδα "Καμπάνα" της Μυτιλήνης).
    "Το νούμερο 31328" το διδάχτηκα (αποσπασματικά) όχι σαν ανάγνωσμα επιλογής στον ελεύθερό μου χρόνο αλλά αναγκαστικά στα πλαίσια της σχολικής ύλης στο Λύκειο πια, αλλά αυτό δεν με εμπόδισε διόλου να το αγαπήσω σαν να ήταν εξωσχολικό ανάγνωσμα και να αδράξω την ευκαιρία να το διαβάσω ολόκληρο εκτός σχολείου.
      Επειδή όμως ξεκίνησα με την 'Αιολική Γη' και με αυτήν θα τελειώσω ιδού και ένα απόσπασμα:

  ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Κιμιντένια
ΟΤΑΝ παραμέρισαν τα κύματα του Αιγαίου κι άρχισαν ν' αναδύονται απ' το βυθό τα βουνά
της Λέσβου υγρά, στιλπνά και γαλήνια, τα κύματα είδαν ξαφνιασμένα το νησί, το νέο τους
φίλο. Ήταν συνηθισμένα να ταξιδεύουν απ' τα μέρη του Κρητικού πελάγου και να σβήνουν
στις  ακρογιαλιές  της  Ανατολής,  και  ό,τι  ξέρανε  από  στεριά  ήταν  σκληρά  βουνά,  κοφτοί
θεόρατοι  βράχοι,  γη  από  κίτρινη  πέτρα.  Τούτο  δω,  με  το  νέο  νησί,  ήταν  κάτι  άλλο —  ω,
πόσο διαφορετικό! Γι' αυτό είπαν τα κύματα:
«Ας πάμε το μήνυμα στην πιο κοντινή γη, στη γη της Αιολίδας. Ας της πούμε για το νησί, τη
νέα γη που έδεσε το φως με τη γαλήνη, για τη γραμμή και την κίνησή του που είναι τόσο
ήμερη σα να έχει μέσα της τη σιωπή, ας της πούμε για το θαύμα του Αιγαίου!»
Ήρθαν  τα κύματα και φέραν  το  μήνυμα  του  πελάγου  στην αιολική ακτή. Ήρθαν  και άλλα
κύματα, κι άλλα — όλα τα κύματα. Όλα λέγαν για το παιχνίδι της γραμμής του νησιού, για
το παιχνίδι της αρμονίας και της σιωπής.
Τ'  άκουσαν  την  πρώτη  μέρα  τα  σκληρά  βουνά  της  Ανατολής  και  μείνανε  αδιάφορα.  Τ'
άκουσαν  και  την  άλλη,  και  πάλι  δεν  ταράχτηκαν.  Όμως  όταν  το  κακό  παράγινε  και  κάθε
στιγμή άλλο δεν ακούγανε παρά τη βουή του πελάγου να τους λέει για το θαύμα, τα βουνά
παράτησαν την αταραξία τους και, περίεργα, σκύψανε πάνω απ' τα κύματα να δουν το νησί
του Αιγαίου. Ζηλέψανε την αρμονία του και είπαν:
«Ας κάμουμε κ' εμείς έναν τόπο γαλήνης στη γη της Αιολίδας, που να 'ναι σαν το νησί!»
Παραμερίσανε  τότε  τα  βουνά,  τραβήχτηκαν  στο  βάθος,  κι  ο  τόπος  που  άφησαν  έγινε  ο
τόπος της Γαλήνης.
Τα βουνά κείνα της Ανατολής τα λένε Κιμιντένια.

ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΜΟΥ δουλέψανε σκληρά  τη γη που είναι κάτω απ'  τα Κιμιντένια. Όταν εγώ
γεννήθηκα,  ένα  μεγάλο  μέρος  της  περιοχής  το  όριζε  η  φαμίλια  μας.  Το  χειμώνα  μέναμε
στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ' τα Κιμιντένια κ' η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η
μητέρα μας, όλα τ' αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και
πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη
γιαγιά μας.
Η  θάλασσα  ήταν  μακριά  από  κει,  κι  αυτό  στην  αρχή  ήταν  μεγάλη  λύπη  για  μένα  επειδή
γεννήθηκα  κοντά  της.  Στην  ησυχία  της  γης  θυμόμουν  τα  κύματα,  τα  κοχύλια  και  τις
μέδουσες,  τη μυρουδιά  του σάπιου φυκιού και  τα πανιά που  ταξίδευαν. Δεν ήξερα να  τα
πω  αυτά,  επειδή  ήμουνα  πολύ  μικρός.  Αλλά  μια  μέρα  η  μητέρα  μου  βρήκε  το  αγόρι  της
πεσμένο  μπρούμυτα  καταγής,  σα  να  φιλούσε  το  χώμα.  Το  αγόρι  δε  σάλευε,  κι  όταν  η
μητέρα  πλησίασε  τρομαγμένη  και  το  σήκωσε  είδε  το  πρόσωπό  του  πλημμυρισμένο  στα
δάκρυα.  Το  ρώτησε  ξαφνιασμένη  τι  έχει,  κ'  εκείνο  δεν  ήξερε  ν'  αποκριθεί  και  δεν  είπε
τίποτα.  Όμως  μια  μητέρα  είναι  το  πιο  βαθύ  πλάσμα  του  κόσμου,  κ'  η  δική  μου,  που
κατάλαβε,  με  πήρε  από  τότε  πολλές  φορές  και  πήγαμε  ψηλά  στα  Κιμιντένια,  απ'  όπου
μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ' ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού,
εκείνη  δε  μου  μιλούσε,  για  να  αισθάνομαι  πως  είμαστε  μονάχοι,  η  θάλασσα  κ'  εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ' εγώ
στη γη. Τότε  τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα
που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα,
τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ' εγώ ταξίδευα μαζί τους.
Σαν ξυπνούσα, έβλεπα από πάνω μου τα μάτια της μητέρας μου να περιμένουν.
— Ήταν ωραία, αγόρι; με ρωτούσε χαμογελώντας γλυκά.
— Αχ, μητέρα, πάντα είναι ωραία με τη θάλασσα!

ΜΙΑ ΑΠΟ  ΚΕΙΝΕΣ  τις  καλοκαιρινές  μέρες,  γυρίζοντας  με  τη  μητέρα  μου απ'  το «ταξίδι  της
θάλασσας  στα  Κιμιντένια»,  σταθήκαμε  στην  κοίτη  ενός  μικρού  ποταμιού. Το  ποτάμι  ήταν
γεμάτο καθαρό άμμο, έτρεχε όμως και λίγο νερό.
— Πώς τρέχει νερό, είπα, αφού είναι καλοκαίρι και τα Κιμιντένια δεν κατεβάζουνε νερό;
— Έλα! μου λέει η μητέρα, που είχε ζήσει όλα τα παιδικά της χρόνια στα Κιμιντένια κ' ήξερε
τον τόπο καλά. Έλα να δεις!
Περπατήσαμε μες στο ποτάμι, ακολουθώντας το βαθιά στην κοιλάδα, και τότε βρήκαμε σε
μια κουφάλα  την  πηγή απ'  όπου ανάβλυζε  το  νερό. Έκανε  πολύ  δροσιά  εκεί∙  μολοντούτο
δεν είχε βρύα και πλατάνια, όπως θα 'πρεπε σε τόσο υγρό τόπο.
— Δοκίμασε το νερό, μου λέει η μητέρα μου. Να δεις τι δροσερό που είναι! 
Πήρα με τη χούφτα μου και το 'φερα στα χείλια μου. Αλλά μόλις το άγγιξαν, το άφησα να 
χυθεί και σκούπισα τη γλώσσα μου. 
— Μα αυτό είναι θάλασσα! είπα ξαφνιασμένος. 
Η μητέρα μου γελούσε με πολλή χαρά. Με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε: 
— Βλέπεις; Η θάλασσα είναι παντού! 
Κι  όταν έπειτα πήραμε  το  δρόμο  του γυρισμού έγινε  σοβαρή και μου εξήγησε πως  όλη  η 
περιοχή κάτω απ' τα Κιμιντένια ήταν κάποτε κακή γη, επειδή πολύ βαθιά μέσα της ζούσε η 
θάλασσα, έμπαινε μέσα της η θάλασσα. Και χρειάστηκε από γενιά σε γενιά ο ασταμάτητος 
μόχθος των ταπεινών μου προγόνων για να φύγει το νερό και να γίνουν τα δέντρα και τα 
κλήματα. 
ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ του παππού μου, του πατέρα της μητέρας μου, η γη πια ήταν έτοιμη κ' έγινε το 
υποστατικό.  Απ'  τη  μητέρα  μου  έμαθα  το  πώς  έγινε  η  πρώτη  καλύβα,  πότε  η  γιαγιά  μου 
φύτεψε  με  τα  χέρια  της  τον  πλάτανο  στην  αυλή,  πότε  φυτέψανε  τα  κλήματα.  Στο 
υποστατικό έμπαινες από μια μεγάλη πόρτα, καμωμένη με σκαλιστό  ξύλο. Στη μέση ήταν 
μια  αυλή  και  γύρω  ‐  γύρω  της,  η  μια  χτισμένη  κοντά  στην  άλλη,  ήταν  οι  οικοδομές.  Στα 
κάτω πατώματα ήταν οι αποθήκες κ' οι στάβλοι, στ' απάνω η κατοικία του παππού και της γιαγιάς μας, πλάι ο ξενώνας, και πλάι οι κατοικίες για τις γυναίκες και τους  ζευγάδες που 
δουλεύανε στο κτήμα ολοχρονίς. Μια ξύλινη σκάλα σε ανέβαζε απ' την αυλή στο σπίτι του 
παππού,  κι  από  κει  άρχιζε  το  ξύλινο  μπαλκόνι  που  ένωνε  κυκλικά  όλα  τα  χτίρια.  Τα 
παράθυρα  όλα  βλέπαν  μες  στην  αυλή,  και  μονάχα  το  σπίτι  του  παππού  είχε  ένα 
σιδερόφραχτο παράθυρο που έβλεπε έξω, τον κόσμο τον έξω απ' τη μεγάλη πόρτα. Έτσι το 
υποστατικό  έμοιαζε  σα  μοναστήρι  ή  σα  φρούριο,  καμωμένο  όλο  με  γερή  πέτρα  του 
Σαρμουσάκ για το φόβο των ληστών. Όμως δεν είχε τίποτα απ' την ασκητική αυστηρότητα 
των μοναστηριών, μήτε απ' την αγριότητα των φρουρίων. Ήταν βαμμένο με γαλάζιο χρώμα. 
Σ'  ένα  επιτούτου  δωμάτιο  ήταν φυλαγμένα  σαν  πολύτιμα  πράματα  τα  όπλα,  γκράδες  και 
μαρτίνια  και  σπαθιά,  όσα  θα  φτάνανε  για  ν'  αρματώσουν  όλους  τους  ζευγάδες  σε  ώρα 
ανάγκης,  αν  μας  ρίχνονταν  ληστές.  Αυτό  το  δωμάτιο  το  λέγαμε  το «Κίτρινο»  επειδή  ήταν 
βαμμένο  με  δυνατό  κίτρινο  χρώμα.  Το  δικό  μας,  των  παιδιών,  ήταν  πλάι  στα  όπλα,  κ'  η 
γειτονία  τους  μας  έκανε  να  τα  συλλογιζόμαστε  πολύ.  Και  καθώς  το  Κίτρινο  ήταν  πάντα 
κλειδωμένο και κανένας δεν είχε την άδεια να το ανοίξει εκτός απ' τον παππού, η φαντασία 
μας  του  έδινε  μεγάλες  διαστάσεις,  το  σχημάτιζε  σα  μυστικό  καταφύγιο  μυθικών 
πλασμάτων. 
Τις  νύχτες,  όταν  γινόταν  ησυχία  έξω,  όταν  τα  τσακάλια  πια  δεν  ούρλιαζαν  και  μονάχα  τα 
φύλλα  των  δέντρων  ακούγονταν  που  σάλευαν,  κάθε  άλλος  σιγανότατος  θόρυβος  που 
έφτανε ως εμάς μας φαινόταν να 'ρχεται από το απαγορεμένο δωμάτιο. Τότε το ένα παιδί 
ξυπνούσε το άλλο. 
— Άκουσες; έλεγε η μικρή Άρτεμη και μ' έσπρωχνε. 
Ξυπνούσα τρομαγμένος και ρωτούσα: 
— Τι είναι; 
— Άκου! Πλάι κάτι γίνεται! Στο Κίτρινο. . . 
Έβαζα  όλη  την  προσοχή  κι  αφουγκραζόμουν.  Η  γη  αναπαύεται  και  γονιμοποιεί  τους 
σπόρους, κι απ' το μυστικό της έργο έρχεται ένας ελάχιστος θόρυβος που μπορεί να φτάξει 
μονάχα  σ'  ένα  παιδί.  Οι  ρίζες  των  δέντρων  σαλεύουν  στα  σκοτεινά  γυρεύοντας  νερό  να 
πιουν,  οι φλούδες  των  κορμών  σαλεύουν  για  να  χυθούν  οι  χυμοί  στους  κλώνους  και  στα 
φύλλα, τα τυφλά σκουλήκια αγωνίζουνται έρημα το μικρό τους αγώνα, ένα ζαρκάδι πέρασε 
και  χάθηκε,  ένα  άλλο,  κυνηγημένο  από  μεγαλύτερό  του  αγρίμι,  δεν  μπόρεσε  να  περάσει 
στο δάσος να γλιτώσει κι ακούγεται η σπαραχτική φωνή του βαθιά, η φωνή του θανάτου. 
Ύστερα όλα ησυχάζουν, κ' έρχεται η Μεγάλη Σιωπή. 
— Άκου!. . . λέει πάλι η Άρτεμη όταν γίνεται ησυχία. 
— Τσακάλι θα 'ταν και πέρασε, της λέω. 
— Μα όχι! Όχι το τσακάλι! Να! Τώρα, τώρα! Κει μέσα! Άκουσε! 
Τεντώνω το αυτί μου κι ανοίγω τα μάτια μου όσο μπορώ. Η καρδιά μου χτυπά με αγωνία 
επειδή αισθάνουμαι την ανάγκη ν' ακούσω ό,τι μπορεί ν' ακούσει εκείνη. 
— Αχ! λέω τέλος απελπισμένα. Δεν ακούω τίποτε! Μονάχα τα φύλλα.. . — Καημένε! Τα φύλλα. Τι λες για φύλλα! κάνει η φωνή της μες στο σκοτάδι, και ξέρω πως 
στα μάτια της θα λάμπει η περιφρόνηση. Μα τόσο λοιπόν μικρός είσαι; 
Εγώ ήμουνα έξι  χρονώ κ' εκείνη είχε κλείσει πια  τα  οχτώ. Αυτό  δε με πείραζε  τόσο. Αλλά 
μου  ερχόταν  να  κλάψω  απ'  το  κακό  μου  και  απ'  το  παράπονο  επειδή  η  Άρτεμη  ήταν 
κορίτσι,, κ' ένα κορίτσι δε θα 'πρεπε να ξέρει πιο πολλά από ένα αγόρι. Κι όμως, να που έτσι 
γινόταν — αδικία πολλή ήταν στον κόσμο. 
— Ό,τι θέλεις λες! της κάνω τέλος θυμωμένα. Ακούς τα φύλλα στα δέντρα και θαρρείς πως 
είναι στο Κίτρινο! Χμ! 
—  Κακομοίρη!  Εγώ  λέω  ό,τι  θέλω;  διαμαρτύρεται  η  Άρτεμη.  Δε  θυμάσαι  πως  κ'  εσύ  τις 
προάλλες  τ'  άκουσες  που  περπατούσαν  τα  σπαθιά  μες  στο  Κίτρινο  και  μιλούσαν  με  τα 
πιστόλια; Ακούς, να λέω, ό,τι θέλω! 
Η Άρτεμη είχε δίκιο. Τις προάλλες φύσηξε πολύς αγέρας, αργά μετά τα μεσάνυχτα, κι όλο 
το υποστατικό σα να σάλευε. Από ψηλά, απ' τα Κιμιντένια, ερχόταν ο θρήνος των δέντρων 
που  πάλευαν  με  τον  άνεμο.  Μήτε  τα  τσακάλια  δεν  είχαν  τολμήσει  να  βγούνε  κείνο  το 
βράδυ  απ'  τις  φωλιές  τους,  μήτε  άλλα  ζαρκάδια,  καμιά  φωνή  δεν  ακουγόταν.  Τότες 
ακούσαμε  το  μυστικό  θόρυβο  που  ερχόταν  μέσ'  από  το  Κίτρινο,  και  μείναμε  κ'  οι  δύο 
σύμφωνοι, η Άρτεμη κ' εγώ, πως τα σπαθιά μιλούσαν. Λοιπόν, τώρα γιατί να μην πιστεύω; 
—  Εσύ  όλο  κοιμάσαι,  αυτό  είναι!  συμπεραίνει  η  Άρτεμη,  θέλοντας  να  εξηγήσει  την 
αδυναμία μου. Εγώ όμως ξαγρυπνώ κ' έχω συνηθίσει τ' αυτί μου να παίρνει. 
—  Καλά,  καλά!  της  λέω  πάλι.  Εσύ  τα  ξέρεις  όλα!  Κάθισε,  λοιπόν,  να  ξαγρυπνάς  με  το 
σκοτάδι... 
Γυρίζω στο μικρό κρεβάτι μου και κουκουλώνουμαι με το σεντόνι. Μα την ίδια στιγμή ένας 
καθαρός,  καθαρότατος  θόρυβος,  ένα  τικ  ‐  τικ,  έρχεται  μες  στη  νύχτα  απ'  το  μέρος  του 
Κίτρινου. 
—  Τ'  άκουσες  επιτέλους;..  ψιθυρίζει  στα  σκοτεινά  η  φωνή  της  Άρτεμης,  και  θαρρώ  πως 
τρέμει. Τ' άκουσες; 
— Αχ, τ' άκουσα! μουρμουρίζω κ' εγώ με ταραχή. Τι να 'ναι; 
— Τα σπαθιά ξυπνούνε..., λέει εκείνη. 
Μα  τότε  ξυπνά κ'  η Ανθίππη. Είναι η  μεγαλύτερη αδερφή μας, είναι ως  δώδεκα  χρονώ κ' 
είναι η δεύτερη μητέρα μας. Πάντα της λέγαμε τα μυστικά μας. 
— Τι έχετε εσείς εκεί; ρωτά σιγανά. 
— Ανθίππη, άκου!... λέει η Άρτεμη, κ' η φωνή της είναι σα να γυρεύει βοήθεια. Τα σπαθιά 
ξύπνησαν στο Κίτρινο!... Η Ανθίππη ακούει κ' ύστερα λέει ατάραχη: 
— Ποντίκια είναι, μην κάνετε έτσι. Κοιμηθείτε! 
Την  ακούμε  που  γυρίζει  απ'  το  άλλο  πλευρό  να  κοιμηθεί,  σα  να  μην  έγινε  τίποτα. 
Σκεπάζουμαι κ' εγώ ως το κεφάλι, μα τα μάτια δεν κλείνουν. Οι θόρυβοι του δάσους, της γης,  των  ζαρκαδιών  γίνουνται  ένα,  γίνουνται  η  παράξενη  μουσική  που  λέει  για  τα 
παραμύθια  και  για  τα  όνειρα,  λέει  για  τα  ταξίδια  των  παιδιών  που  πάνε  καβάλα  σε 
χρυσόψαρα να βρούνε τη «Ροδοπαπούδα» με το άσπρο φόρεμα και τ' ασημένια μαλλιά και 
με  το Μεγάλο Δράκο  που φυλάει  στην  πόρτα  της. Τα  σπαθιά και  τα  πιστόλια  στο κίτρινο 
δωμάτιο δεν είναι πια άγρια πλάσματα, ξύπνησαν μονάχα γιατί ζήλεψαν, θέλουν κι αυτά να 
καβαλικέψουν τα χρυσόψαρα, να μην είναι κλεισμένα κ' έρημα. Ανοίγουν σιγανά την πόρτα 
της φυλακής  τους,  απλώνουνε  τα  χέρια  και  ξέρουν  πως,  κι  αν  δεν  είναι  χρυσόψαρο,  ένα 
μικρό  καλό  δελφίνι  θα  περιμένει  να  τα  πάρει.  Κ'  ενώ  τα  χρυσόψαρα  αρχίζουν  το  ταξίδι, 
πλέοντας  μες  στον αγέρα, ακούγεται  πίσω  τους  η φωνή  των  σπαθιών,  πάνω  στο  δελφίνι, 
που ικετεύουνε: 
«Περιμένετε να 'ρθουμε! Περιμένετε να 'ρθουμε κ' εμείς στη Ροδοπαπούδα!» 
«Ελάτε!» τους λέει φιλικά το μικρό αγόρι απ' το χρυσόψαρο. «Ελάτε και σας περιμένουμε!» 
……………………………………………………............................................................................ 
Το άλλο πρωί η Ανθίππη με ρωτά: 
— Ποιον περίμενες χτες τη νύχτα; 
— Εγώ περίμενα κανέναν; 
— Μα ναι, κάποιον φώναζες στον ύπνο σου να 'ρθει. 
Δε θυμούμαι πια τίποτα και της λέω πως θα 'ταν όνειρο.


Κέρασμα... το φαρμακερόν

    Κερνάω (άπαπα), κερνάς (καλύτερα), κερνάει , (ουφ, τέλεια), κερνάμε (μάλλον κακή ιδέα), κερνάτε (τέλεια!), κερνάνε (ωραία τη βγάλαμε κι αυτή την έξοδο).
     Κέρασμα!!! Όνομα και πράγμα και πολύ πολύ φαρμακερό! Τι γίνεται όταν σε μια παρέα κερνάει μόνο ένας, πάντα με καλή διάθεση και προέραιση και ουδείς άλλος; Σε ποιον έχει τύχει να βγαίνει με κάποιο ανθρώπινο ον που πάντα την ώρα του λογαριασμού κοιτάει αλλού ή απλά είναι προετοιμασμένος να πληρώσει μόνο το δικό του; Σε ποιον  έχει τύχει να έχει στην παρέα κάποιον που βγάζει τα ψιλά από απίθανες τσέπες για να μη μπει στη διαδικασία "σου χρωστάω τόσα, μου χρωστάς τόσα κτλ.κτλ." άρα ό,τι και να γίνει το ποσό να το έχει ακριβώς ακόμη και στο τελευταίο cent και άρα και το κεφάλι του ήσυχο; Σε ποιον έχει τύχει να βγαίνει με οντότητα που ΠΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΝΤΑ λέει "την άλλη φορά δικά μου" κι αυτή η άλλη φορά δεν έχει έρθει και ούτε πρόκειται να έρθει ποτέ; Πόσο εξοργιστικό είναι να πέφτεις σε συζήτηση όπου άνθρωπος που δεν κερνάει ποτέ (και το γνωρίζεις πολύ καλά) να κατηγορεί τους άλλους όταν δε βάζουν το χέρι στην τσέπη "δείχνοντας κιμπαροσύνη"κατά πως στηλίτευσε  ο 'αρχικιμπάρης'; Πόσο άσχημα και βλαξ έχεις νιώσει σε παρέα όπου αυτός που αποφάσισε να κεράσει, κέρασε τελικά όλο το τραπέζι (για δικούς του φ, χ, ψ, ω λόγους) εκτός από εσένα; Πόσο να κρατήσεις ψυχραιμία όταν ο άλλος σου πετάει πάντα το μπαλάκι ώστε να κανονίσεις εσύ την έξοδο γιατί άπαξ και κάνει εκείνος την κίνηση να σε προσκαλέσει σημαίνει ότι θα (αυτο)υποχρεωθεί να πληρώσει, οπότε κάλεσε εσύ, πλήρωσε εσύ; Πόσο έχεις νευριάσει με άτομο που έχει φύγει νωρίτερα από εσένα και έχει ενημερώσει το σερβιτόρο (αλλά όχι εσένα) ότι το ποτό του θα το πληρώσεις εσύ και απλά έχεις μείνει στήλη άλατος χωρίς να αντιδράσεις; Τι μικροπρεπές είναι να βρεθείς με χοντρά λεφτά, να μην έχει το κατάστημα να σου τα χαλάσει, να αναλαμβάνει άλλος να πληρώσει κι ενώ ξέρει, πολύ καλά, πόσο έντιμος είσαι κι ότι πάση θυσία θα του επιστρέψεις αυτό που σου αναλογεί, την επόμενη μέρα που θα σε δει, αντί για καλημέρα, να σου ζητήσει το 'χρέος σου'; Πόσο, ακόμα πιο μικροπρεπές είναι, το άτομο που μόλις προανέφερα να έχει εκείνο με τη σειρά του χοντρά, να τον εξυπηρετείς εσύ και με μεγάλη προθυμία μάλιστα, αλλά όλως τυχαίως, την άλλη μέρα, να έχει διαγράψει αυθαιρέτως το ποσό και να μη σου επιστρέφει ποτέ το μερίδιό του; Πόσο τιποτένιο είναι να καθίσει μαζί με την παρέα σου άτομο που επειδή δε θέλει να ξοδευτεί, παίρνει μόνο ένα ποτήρι νερό με καλαμάκι (και το παινεύεται κιόλας γιατί ο κόσμος θα νομίζει ότι είναι βότκα) για να σε εξωθήσει να ντραπείς εσύ για λογαριασμό του μήπως και παραγγείλεις εσύ για αυτόν, με δικά σου έξοδα πάντα; (Αυτό το τελευταίο δεν έπιασε οπότε έμεινε 2 ώρες με το νερό με καλαμάκι)!
       Αν συνεχίσω με τα ερωτήματα, σταματημό δε θα έχω οπότε εδώ βάζω μια τελεία. Είναι όμως πολλές φορές ένα πολύ σημαντικό και απλούστατο κριτήριο για να καταλάβεις τον τρόπο σκέψης και το χαρακτήρα του άλλου. Αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο που έχει διαλύσει ανθρώπινες συναναστροφές, γιατί δεν μπορεί μόνο η μια πλευρά να είναι πάντα σε θέση πληρωτή και η άλλη πλευρά στην θέση του μονίμως ευνοημένου.
       Δε λέω, μπορεί τα οικονομικά κάποιου να είναι περιορισμένα. Δεκτό και σεβαστό. Όπως έχει τύχει όμως σε όλους μας, ή επιλέγεις να μην ακολουθήσεις στην έξοδο για λόγους προσωπικής αιδούς ή ξεκαθαρίζεις ότι μιας και αδυνατείς να ανταπεξέλθεις σε ένα κέρασμα είναι προτιμότερο να μην το δεχτείς εξαρχής. Ιδίως το πρώτο το έχω κάνει αρκετές φορές. "Δεν έχω αυτόν τον καιρό, δεν ακολουθώ". Τίμια τακτική
       Έλα τώρα, έχει να κάνει τελικά τόσο με το πορτοφόλι ή με τον τρόπο σκέψης, την νοοτροπία; Δυστυχώς για μερικούς είναι πιο πέρα από έναν απλό τρόπο σκέψης. Είναι τρόπος ζωής. Είναι υπολογισμός. Είναι αποταμίευση αλλά με ταπεινωτικό, για τους εαυτούς τους, τρόπο. Οι ίδιοι, απλά, νιώθουν καλά γιατί αν δεν ένιωθαν, δε θα λειτουργούσαν έτσι!
      Αγαπητέ αναγνώστη που είσαι πάντα με το χέρι στην τσέπη: χαρά στο κουράγιο σου, αλλά να ξέρεις πως δεν είναι ποτέ αργά να επαναπρογραμματίσεις φιλίες και φίλους. Ενίοτε είναι πολύ ωραίο να λειτουργείς αντίθετα από την συνείδηση και την προσωπική ηθική σου. Άλλωστε δεν μιλάμε για κάποιο έγκλημα ή καμιά αξιόποινη πράξη. Μια έξοδο την κάνει προς απόλαυση κι όχι προς σύγχυση.
     Αγαπητέ αναγνώστη φύρα, εξηνταβελόνη ή απλώς κουτοπόνηρε: Το ότι δεν μιλάει κάποιος από ευγένεια, δεν σημαίνει πως είναι ανόητος. Να ξέρεις πως το μοντέλο που εκπροσωπείς, είναι ευρέως διαδεδομένο και δέχεσαι απεριόριστο χλευασμό όταν δεν είσαι παρόν. Γι'αυτό μην χαίρεσαι ιδιαιτέρως και πάνω απ'όλα μην νιώθεις περήφανος που έβαλες ένα ακόμη 2ευρω στον κουμπαρά σου!

Ξέρουμε ότι ζείτε ανάμεσά μας!

Empire Of The Sun - We Are The People



     Μα τι τραγούδι! Αλλά ακόμα πιο υπέροχο videoclip. Κάθε καλοκαίρι επανέρχεται σαν ένα από τα προσωπικά μου summer hits. Απολαύστε το!!!!!!!!

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

o tempora ο...μάγειρες

    Μαγειρική! Το απόλυτο χάος! Πριν κάποιες εβδομάδες έπαθα μαγειρικό break down- στην κυριολεξία. Ήταν ένα ευχάριστο Κυριακάτικο απόγευμα και είπα η δύσμοιρη να κάτσω να δω τι παίζει στην τηλεόραση. Τι το ήθελα τρομάρα μου! Άλλαζα κανάλι από εδώ- μαγειρική. Πήγαινα στο επόμενο- μαγειρική. Προχωρούσα, προχωρούσα, προχωρούσα και... τσουπ μαγειρική. Πατούσα το πλήκτρο guide να δω τι έπεται και μαντέψτε.....ΜΑΓΕΙΡΙΚΉ!!!!!!!!!!
     Ο απόλυτος τηλεοπτικός όλεθρος, η απόλυτη ένδεια των τηλεοπτικών προγραμμάτων πασπαλισμένη με τρούφα και κρέμα γάλακτος. Το απόλυτο τίποτα. Κενό.The end. Δηλαδή αυτές ήταν οι εναλλακτικές μου; Να διαλέξω ανάμεσα στην α) μαγειρική, β) μαγειρική, γ) μαγειρική ή δ) όλα τα παραπάνω; Α, τώρα θυμήθηκα γιατί δεν βλέπω και πολύ τηλεόραση. Μάλιστα τους 15 μήνες που διέμενα στη Ρόδο δεν είχαμε καθόλου τηλεόραση και, μα την αλήθεια, δεν μου έλειψε καθόλου. Ούτε καν να νιώσω την απουσία της. Με το internet είσαι συνδεδεμένος με όλο τον κόσμο ανά πάσα ώρα και στιγμή. Για ποιο λόγο να κάνω άσκοπα zapping και να πέφτω μάλιστα πάνω σε μαγειρικές!
     Προφανώς είναι μια φθηνή παραγωγή, ειδάλλως θα ήταν προνόμιο ενός και μόνο καναλιού,αυτού που θα τα έσκαγε περισσότερο για να αγοράσει την 'ιδέα'. Χορηγοί, μια κουζίνα και φύγαμε. Εντάξει το νόημα το έπιασα, παντρεύεις ό,τι υλικό σου έρθει στο κεφάλι με ένα άλλο που σου ψιλοαρέσει, τα γυρνάς από εδώ, τα βράζεις από εκεί, τα γυροφέρνεις στο τηγάνι, τα πιλατεύεις στο φούρνο, τα εκσφενδονίζεις στο μίξερ, τα προσγειώνεις στο κεφάλι σου και Καλή σας Όρεξη.
     Διατηρώ πάντως βάσιμες επιφυλάξεις για τη φιλαλήθεια αυτών που τα δοκιμάζουν κι ακούγονται κάτι 'μμμμμμμμμμμ.....μα τι τέλειο', 'μμμμμμμμμμμ..το πιο νόστιμο ριζότο που έχω φάει' κτλ.κτλ. Ιδίως σε μη μαγνητοσκοπημένες εκπομπές όπου όλα πρέπει να γίνουν σε πραγματικό και περιορισμένο χρόνο, πόσο εύκολα μπορεί να έχει ψηθεί ένα μοσχάρι ή χοιρινό; Ναι, έκανα κι εγώ το λάθος να δοκιμάσω να βάλω δυόσμο στις πατάτες. Το έγραψε ο chef, άρα εγγύηση η επιτυχία. Επιτυχία;;;;; Αποτυχία μεγατόνων. Καταστράφηκε η πατάτα, η γεύση. Τζάμπα ο κόπος μου. Τέρμα! Ο δυόσμος μπαίνει μόνο στην τσίχλα σε κανένα άλλο φαγητό. Δεν τα βρίσκει με τον ουρανίσκο μου βρε παιδάκι μου.
       Το χειρότερο δε, όταν αναλύουν τις γεύσεις. Δε λέω, επαγγελματίες είναι οι άνθρωποι. Ποια είμαι εγώ που θα κάνω κριτική! Για αυτούς όμως είναι επάγγελμα και τρόπος ζωής. Για εμένα τον απλό καταναλωτή δεν έχει καμιά σημασία. Ο ουρανίσκος μου δεν είναι και τόσο δύσκολο να ικανοποιηθεί αλλά επειδή δεν είχα την τύχη;;!! να ζω στους Αρχαίους και Ρωμαϊκούς  Χρόνους και να επιδίδομαι σε ατελείωτα φαγοπότια, ουδόλως με απασχολεί αυτή καθεαυτή η γεύση αλλά το πλύσιμο που με περιμένει μετά. Καλά και τα 15 λεπτά βρώσης αλλά επισκιάζονται από τα 10 περίπου λεπτά να στρώσεις το τραπέζι, 10 για να το ξεστρώσεις, 20 λεπτά στο νερό (και λίγα λέω) να βάλεις τάξη, να πλύνεις, να συμμαζέψεις, βάλε και τις ώρες που μαγείρεψες και παράλληλα έπλυνες 10 φορές τα χέρια σου, συμμάζεψες και ξανασυμμάζεψες την κουζίνα σου εεεεεε, καλή χρυσή η μαγειρική αλλά έχει και το τίμημά της.
        Γι'αυτό είχα πάντα σε μεγάλη υπόληψη τους ανθρώπους σε κουζίνες εστιατορίων, ταβερνίων, ξενοδοχείων. Τα έχουν που τα έχουν όλα πρέπει να ικανοποιήσουν και την παραξενιά κάθε αγνώστου. Πολύ δύσκολο και εύγε στους ανθρώπους.
         Θα μου πεις τώρα 'ε,τι να κάνω να μπαίνω στο διαδίκτυο να ψάχνω συνταγές; Αφού η τηλεόραση μου έρχεται πιο εύκολη' ή και το άλλο 'και η καημένη η γιαγιά που δεν μπορεί να σερφάρει και να διαβάσει τι να κάνει'; Πρώτον, βεβαίως και η τηλεόραση είναι η εύκολη λύση αλλά δεν είναι ανάγκη να υποστούμε το μαρτύριο 20 εκπομπών. Και με τις 3 θα βολευτούμε. Όσο για την καημένη τη γιαγιούλα όταν έχει στο πετσί της μια παγιωμένη παραδοσιακή  Ελληνική κουζίνα αρκετά δύσκολα θα αλλάξει. Άντε λίγο κάτι να προσθέσει κάτι να αφαιρέσει. Άσε που δε βγάζεις κι άκρη μαζί τους γιατί όλα τα ξέρουν, όλα τα σφάζουν, όλα τα μαχαιρώνουν. Για κριτική στην κουζίνα τους; Ούτε για αστείο. Δε θα ξεχάσω όταν παρακολούθησα ένα διήμερο σεμινάριο αρτοποιίας και ζαχαροπλαστικής στη Ρόδο, καθόταν δίπλα μου μια κυρία γύρω στα 70 και πολύ δραστήρια. Δεν υπήρχε πρόταση που να διατυπώνουν οι δάσκαλοί μας, που είναι και χρόνια στο επάγγελμα και με άφθονη πείρα, που να μην μουρμουράει. " Ναι,σιγά! Αυτό δεν ισχύει"- "Απαπα, αυτό δεν πετυχαίνει. Ο δικός μου τρόπος είναι ο καλύτερος"- "Μα τι λένε τώρα, αποτυχία θα βγει". Βρε χρυσή μου, υποθέτω ότι ήρθες για να ακούσεις το κάτι παραπάνω ή διαφορετικό, κάτσε σπιτάκι σου κι άσε μας κι εμάς να ακούσουμε που δεν το κατέχουμε ακόμη το ζήτημα. Οπότε οι κυρίες προχωρημένης ηλικίας τα ξέρουν καλύτερα από τον καθένα άρα πάλι δεν χρειάζονται φροντιστήριο.
        Εν κατακλείδι, μετά από εκείνο το απόγευμα που 'στοιχειώθηκα' έχω απαγορέψει δια ροπάλου να με ρωτάνε τι θα μαγειρέψω- άλλωστε είναι μια ερώτηση που δεν έκανα ποτέ στη ζωή μου γιατί κατά μία έννοια εισβάλλεις και στην τσέπη του άλλου, πόσο μάλλον τώρα που μπορεί να φέρεις κάποιον και σε δύσκολη θέση-, δεν υπάρχει περίπτωση να σπαταλήσω δευτερόλεπτο σε εκπομπή μαγειρικής, απαγορεύω να μου λένε "αχ,σήμερα ξέρεις έφτιαξα αυτό,με εκείνα τα υλικά και έτσι τα έψησα μπλα μπλα μπλα μπλα" και γενικώς είπα να απέχω από συζητήσεις μέχρι να νιώσω ότι επανέρχομαι,σε φυσιολογικά πάντα πλαίσια. Μέχρι τότε.....με το τηλεκοντρόλ ανά χείρας!!!!!!!


Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Laid Back - Sunshine Reggae



   Σήμερα ξημέρωσε ένα εκπληκτικό πρωινό,(αααα και καλό μήνα να πούμε)ο ήλιος ερχόταν απίστευτα λαμπρός και καυτός τόσο στο δωμάτιο όσο και στα μούτρα μου, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση το μυαλό μου να μην ταξιδέψει σε εξωτικές παραλίες, παρέα πάντα με ένα πολύ καλοκαιρινό κι αγαπημένο τραγούδι. Μέχρι και στο playlist του γάμου μου το έβαλα μιας και ήταν καλοκαίρι. Λοιπόν, ας προσποιηθούμε ότι βρισκόμαστε εκεί (προσοχή, προσοχή εγώ δεν βουτάω σε αυτά τα νερά, καραδοκούν καρχαρίες)!!!!!!!!!!!!